μεταρρυθμίζω

μεταρρυθμίζω
(ΑΜ μεταρρυθμίζω)
μεταβάλλω τον ρυθμό, τη μορφή, το σχήμα ή την τάξη, μετασχηματίζω, τροποποιώ, αναπλάθω, αναδιοργανώνω, αναμορφώνω (α. «οἱ παραλαβόντες διδαχῇ παρὰ Φοινίκων τὰ γράμματα, μεταρρυθμίσαντες σφέων ὀλίγα», Ηρόδ.
β. «μεταρρυθμίζω την επίπλωση τού διαμερίσματός μου» γ. «μεταρρύθμισε το σύστημα τής παιδείας»)
αρχ.
1. διορθώνω, επανορθώνω
2. δίδω σε κάτι διαφορετικό σχήμα ή μορφή («τὸ δὲ τῶν ὀρνέων φῡλον μετερρυθμίζετο ἀντὶ τριχῶν, πτερὰ φύον», Πλάτ.).

Dictionary of Greek. 2013.

Игры ⚽ Поможем написать реферат

Look at other dictionaries:

  • μεταρρυθμίζω — change the form pres subj act 1st sg μεταρρυθμίζω change the form pres ind act 1st sg μεταρρυθμίζω change the form pres subj act 1st sg μεταρρυθμίζω change the form pres ind act 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μεταρρυθμίζω — μεταρρυθμίζω, μεταρρύθμισα βλ. πίν. 33 …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής

  • μεταρρυθμίζω — μεταρρύθμισα, μεταρρυθμίστηκα, μεταρρυθμισμένος, αλλάζω το ρυθμό, την τάξη, τη μορφή κάποιου, μετασχηματίζω, τροποποιώ κάτι: Η κυβέρνηση μεταρρύθμισε το εκπαιδευτικό σύστημα της χώρας …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • μεταρρυθμίζῃ — μεταρρυθμίζω change the form pres subj mp 2nd sg μεταρρυθμίζω change the form pres ind mp 2nd sg μεταρρυθμίζω change the form pres subj act 3rd sg μεταρρυθμίζω change the form pres subj mp 2nd sg μεταρρυθμίζω change the form pres ind mp 2nd sg… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μεταρρυθμίσω — μεταρρυθμίζω change the form aor subj act 1st sg μεταρρυθμίζω change the form fut ind act 1st sg μεταρρυθμίζω change the form aor subj act 1st sg μεταρρυθμίζω change the form fut ind act 1st sg μεταρρυθμίζω change the form aor ind mid 2nd sg… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μεταρρυθμιζομένων — μεταρρυθμίζω change the form pres part mp fem gen pl μεταρρυθμίζω change the form pres part mp masc/neut gen pl μεταρρυθμίζω change the form pres part mp fem gen pl μεταρρυθμίζω change the form pres part mp masc/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μεταρρυθμιζόμενον — μεταρρυθμίζω change the form pres part mp masc acc sg μεταρρυθμίζω change the form pres part mp neut nom/voc/acc sg μεταρρυθμίζω change the form pres part mp masc acc sg μεταρρυθμίζω change the form pres part mp neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μεταρρυθμίζει — μεταρρυθμίζω change the form pres ind mp 2nd sg μεταρρυθμίζω change the form pres ind act 3rd sg μεταρρυθμίζω change the form pres ind mp 2nd sg μεταρρυθμίζω change the form pres ind act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μεταρρυθμίζομεν — μεταρρυθμίζω change the form pres ind act 1st pl μεταρρυθμίζω change the form pres ind act 1st pl μεταρρυθμίζω change the form imperf ind act 1st pl (homeric ionic) μεταρρυθμίζω change the form imperf ind act 1st pl (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μεταρρυθμίζοντα — μεταρρυθμίζω change the form pres part act neut nom/voc/acc pl μεταρρυθμίζω change the form pres part act masc acc sg μεταρρυθμίζω change the form pres part act neut nom/voc/acc pl μεταρρυθμίζω change the form pres part act masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”